Τα ριζωματικά εκπαιδευτικά γλωσσικά τοπία (rhizomatic eduscapes) αποτελούν μια θεωρητική και μεθοδολογική πρόταση στην κοινωνιογλωσσολογία των γραμματισμών, η οποία επαναπροσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο χαρτογραφείται και νοηματοδοτείται ο μαθησιακός χώρος ως ένα δυναμικό κοινωνιογλωσσικό οικοσύστημα. Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές προσεγγίσεις των γλωσσικών τοπίων, οι οποίες εστιάζουν κυρίως στην ανάλυση των ορατών σημειωτικών πόρων ενός χώρου, η ριζοαναλυτική προσέγγιση αντιλαμβάνεται τον χώρο όπου συμβαίνει η μάθηση ως μια δυναμική συναρμογή (assemblage) ανθρώπων, γλωσσών, υλικοτήτων, πρακτικών και συναισθημάτων, που βρίσκονται σε συνεχή διαδικασία μετασχηματισμού (Kίτσιου, 2024· Kitsiou et al., 2025).
Η θεωρητική αυτή πρόταση εμπνέεται από και βασίζεται σε ερευνητικές παραδόσεις που επιχειρούν να μετατοπίσουν το ενδιαφέρον από τη στατική περιγραφή της γλωσσικής πραγματικότητας προς τη διερεύνηση των δυναμικών διαδικασιών παραγωγής νοήματος. Η ανάγκη για αυτή τη θεώρηση της κοινωνιογλωσσικής πραγματικότητας είναι πιο έντονη στην περίπτωση μεταιχμιακών, ενδιάμεσων, ή κατωφλιακών εκπαιδευτικών χώρων, όπως αυτοί που διαμορφώνονται σε camps, καταστήματα κράτησης, κέντρα φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων, καταυλισμούς κ.λπ. Σε αυτά τα πλαίσια σημαντική και χρήσιμη κρίνεται η εννοιολόγηση του εκπαιδευτικού πλαισίου ως ενός υβριδικού υπερποικίλου κοινωνιογλωσσικού χώρου (hybrid superdiverse sociolinguistic space), όπου η πολυγλωσσία, οι σχέσεις εξουσίας και οι καθημερινές αλληλεπιδράσεις συνδιαμορφώνουν ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Στο πλαίσιο αυτό, η γλωσσική εθνογραφία δεν αντιμετωπίζει τον/την ερευνητή/τρια ως εξωτερικό/ή παρατηρητή/τρια, αλλά ως ένα ενεργό μέλος της ίδιας της κοινωνικής συναρμογής, αναδεικνύοντας τη γνώση ως προϊόν συμμετοχής, εμπλοκής και συνδιαμόρφωσης (Kitsiou, 2022).
Η ριζοαναλυτική προσέγγιση υπερβαίνοντας τα όρια της γλωσσικής εθνογραφίας αντλεί από τη φιλοσοφία του ριζώματος των Deleuze και Guattari (1987). Με βάση μια ριζωματική προσέγγιση της κοινωνιογλωσσολογικής έρευνας των γραμματισμών, η γνώση δεν οργανώνεται γραμμικά ή ιεραρχικά, αλλά αναδύεται μέσα από πολλαπλές, ανοιχτές και απρόβλεπτες διασυνδέσεις. Ενσωματώνοντας αυτή τη φιλοσοφική οπτική στην κοινωνιογλωσσολογική έρευνα και την έρευνα των γραμματισμών, προτείνεται η μετάβαση από την ανάλυση της αλληλεπίδρασης προσδιορισμένων γλωσσικών δομών προς τη μελέτη διαδικασιών γίγνεσθαι (becoming), αποεδαφικοποίησης και επανεδαφικοποίησης, μέσα από τις οποίες μαθητές/τριες, εκπαιδευτικοί, γλώσσες και χώροι μετασχηματίζονται διαρκώς (Κίτσιου, 2024).
Η ριζωματική αυτή προσέγγιση διευρύνεται περαιτέρω μέσα από την εννοιολόγηση του ριζωματικού διαγλωσσικού χώρου, ο οποίος περιγράφεται ως ένας ρευστός και πορώδης χώρος, όπου τα κοινωνιογλωσσικά ρεπερτόρια δεν αντιμετωπίζονται ως σύνολα γλωσσικών πόρων, αλλά ως κοινωνιογλωσσικά ρεπερτόρια εν τω γίγνεσθαι (becoming repertoires), τα οποία συγκροτούνται και μετασχηματίζονται δυναμικά κατά τη γλωσσική αλληλεπίδραση. Στο πλαίσιο αυτό, οι διαγλωσσικές πρακτικές αναλύονται ως διαδικασίες απεδαφικοποίησης και επανεδαφικοποίησης, μέσα από τις οποίες αναδιαμορφώνονται διαρκώς οι σχέσεις μεταξύ γλωσσών, ομιλητών/ομιλητριών, χώρου και εξουσίας ή ισχύος. Παράλληλα, η γλωσσική εθνογραφία επανανοηματοδοτείται ως μια πολυεπίπεδη αναλυτική διαδικασία, όπου η κατανόηση των γλωσσικών επιτελέσεων δεν περιορίζεται στην επιτόπια συμμετοχή της ερευνήτριας, αλλά εξελίσσεται μέσα από τη διάκριση μεταξύ πρωτογενών διαγλωσσικών χώρων (in situ), στους οποίους η γλωσσική αλληλεπίδραση βιώνεται άμεσα κατά τη διάρκεια των συμβάντων γραμματισμού, και δευτερογενών διαγλωσσικών χώρων (ex situ), οι οποίοι αναδύονται εκ των υστέρων μέσω της απομαγνητοφώνησης, της μετάφρασης και του αναστοχασμού πάνω στα εθνογραφικά δεδομένα (Κίτσιου & Καραντζόλα, 2026). Η διάκριση αυτή αναδεικνύει ότι η ερμηνεία των γλωσσικών πρακτικών αποτελεί μια μη γραμμική σύγχρονη και ασύγχρονη διαδικασία, κατά την οποία νέες σημασίες, επιθυμίες, αντιστάσεις και κοινωνιογλωσσικές διαπραγματεύσεις καθίστανται ορατές μόνο μέσα από την a posteriori γλωσσική κατανόηση. Εμπλουτίζεται, έτσι, η ανάλυση των διαγλωσσικών πρακτικών και αποκαλύπτεται εμφανώς η πολυπλοκότητα των κοινωνιογλωσσικών ρεπερτορίων σε υπερποίκιλα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα (ibid.).
Οι έννοιες του διαγλωσσικού χώρου (translanguaging space, Wei, 2018) και του χρονότοπου γραμματισμού (literacy chronotope, Kitsiou & Karantzola, 2022) και η μεθοδολογική προσέγγιση της ριζωματικής χαρτογραφίας (rhizomatic cartography, Hagood, 2004) και της ριζοανάλυσης (rhizoanalysis, Masny, 2016) επιτρέπουν επομένως τη χαρτογράφηση της μάθησης ως μιας αναδυόμενης, πολυτροπικής και χωροχρονικής διαδικασίας. Υπό αυτό το πρίσμα, τα γεγονότα γραμματισμού αντιμετωπίζονται ως δυναμικές συναρμογές όπου οι γλωσσικές πρακτικές, οι υλικότητες, οι κοινωνικές σχέσεις και οι συναισθηματικές εμπειρίες αλληλεπιδρούν και συνδιαμορφώνουν τον εκπαιδευτικό χώρο (Kitsiou & Karantzola, 2022· Κίτσιου & Καρατζόλα, 2024).
Προτείνοντας την έννοια των ριζωματικών εκπαιδευτικών γλωσσικών τοπίων για να περιγράψουν τη μάθηση που συμβαίνει κατά την αλληλεπίδραση με νέους υπό κράτηση, οι Kitsiou, Chrysikou & Stathopoulou (2026) αναφέρονται στον εκπαιδευτικό χώρο συγκροτούμενο ως έναν «κοινό χώρο» (common space) ισότιμης συμμετοχής, συνεργασίας και συλλογικής παραγωγής γνώσης. Καθώς πρόκειται για ένα τυπικό εκπαιδευτικό περιβάλλον σε αντίθεση για παράδειγμα με την περίπτωση των camps ή των ΚΦΑΑ που σχετίζονται με τη μη τυπική εκπαίδευση, προτείνουν την αξιοποίηση του rhizocurrere (Pinar, 2011). Πραγματοποιώντας έτσι γέφυρες ανάμεσα στη μη τυπική και την τυπική εκπαίδευση μέσα από το rhizocurrere, το πρόγραμμα σπουδών ανανοηματοδοτείται ως μια ζωντανή, μη γραμμική διαδικασία που ενσωματώνει τις επιθυμίες, τα βιώματα, τα γλωσσικά ρεπερτόρια και τις απρόβλεπτες αλληλεπιδράσεις των συμμετεχόντων και των συμμετεχουσών, ακόμη και σε περιβάλλοντα κοινωνικού αποκλεισμού, όπως τα κέντρα φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων ή τα καταστήματα κράτησης νέων (Kitsiou et al., 2025).
Ακολουθώντας την προτροπή των Deleuze και Guattari (1987) πειραματιζόμαστε με αυτές τις νέες έννοιες που εμπνέονται από το ρίζωμα συνδέοντας έτσι με διερευνητικό και πειραματικό τρόπο τη ντελεζογκουαταριανή φιλοσοφία με την κοινωνιογλωσσολογία, τη θεωρία των γραμματισμών και τη γλωσσική εκπαίδευση. Ο φακός του πειραματισμού αυτού στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος Rhizomatic Eduscapes ή Rhizo-Eduscapes εστιάζει στην εφαρμογή αναγνωρισμένων θεωρητικών/αναλυτικών εργαλείων σε ελληνικά τυπικά και μη τυπικά εκπαιδευτικά συμφραζόμενα και στην παραγωγή νέων εννοιολογικών εργαλείων, τα οποία διευρύνουν τη διεθνή συζήτηση γύρω από τα εκπαιδευτικά γλωσσικά τοπία, τη διαγλωσσικότητα και τη(ν) (κοινωνιο)γλωσσική δικαιοσύνη (Kitsiou, 2022· Κίτσιου, 2024· Kitsiou & Karantzola, 2022, 2024· Kitsiou et al., 2025).
Συγγραφή κειμένου: Κατερίνα Σφυράκη
Επιστημονική Επιμέλεια: Ρούλα Κίτσιου
Βιβλιογραφία:
Felix, G., & Guattari, D. (1987). A thousand plateaus: Capitalism and schizophrenia. Trans. by Massumi, B.)., University of Minnesota, Minneapolis.
Hagood, M. C. (2004). A rhizomatic cartography of adolescents, popular culture, and constructions of self. Spatializing literacy research and practice, 15, 143-160.
Kitsiou, R. (2022). Puzzle(s)/d in a hybrid sociolinguistic space: Researcher’s immersion in the everyday life of a hosting center for unaccompanied minors. In V. Mabel (Ed.), Researching Transculturally: Methodological Issues and Challenges (pp. 39–59). Cambridge Scholars Publishing: UK.
Kitsiou, R., & Karantzola, E. (2022). The Becoming “Literacy Chronotope”: Mapping Translanguaging among Unaccompanied Minors as a Rhizome. The International Journal of Learner Diversity and Identities, 29(1), 93–111. https://doi.org/10.18848/2327-0128/cgp/v29i01/93-111
Kitsiou, R., Chrysikou, V., & Stathopoulou, C. (2025). From frozen spaces to rhizomatic eduscapes of possibility: transforming the prison classroom into a common space for youths through rhizocurrere. International Journal of Adolescence and Youth, 31(1). https://doi.org/10.1080/02673843.2025.2604956
Κίτσιου, Ρ. (2024). Αξιοποιώντας το «ρίζωμα» στην κοινωνιογλωσσολογική και την εκπαιδευτική έρευνα. Παιδαγωγικά ρεύματα στο Αιγαίο, 13(1).
Κίτσιου, Ρ. & Καραντζόλα, Ε. (2026). Επιτέλεση «μη κανονικών» κοινωνιογλωσσικών ρεπερτορίων αραβόφωνων ασυνόδευτων ανηλίκων σε έναν ριζωματικό διαγλωσσικό χώρο. Στο Δ. Κόκκινος, Β. Κούρτη-Καζούλλη, Μ. Οικονομάκου, & Γ. Κατσαδώρος (Επιμ.), Γλωσσική ετερότητα και εκπαίδευση: Τιμώντας την Ελένη Σκούρτου (σσ. 193-206). Εργαστήριο Γλωσσολογίας, Λαογραφίας και Λογοτεχνίας, Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Πανεπιστήμιο Αιγαίου.
Κίτσιου, Ρ. & Καραντζόλα, Ε. (2024). Μια ριζωματική χαρτογραφία του διαγλωσσικού χώρου: η περίπτωση μιας γίγνεσθαι-τάξης γλωσσικού γραμματισμού αραβόφωνων ασυνόδευτων ανήλικων προσφύγων. Στο S. Tsiplakou & E. Ioannidou (Eds.), Multilingualism, Variation, Spaces of Literacy. Selected Papers from the 6th International Conference “Crossroads of Language and Cultures” (CLC6), 2-5 September 2021 (pp. 243-258). Open University of Cyprus.
Masny, D. (2016). Problematizing qualitative research: Reading a data assemblage with rhizoanalysis. Qualitative Inquiry, 22(8), 666–675. https://doi.org/10.1177/1077800415617206
Pinar, W. F. (2011). The Character of Curriculum Studies: Bildung, Currere, and the Recurring Question of the Subject. New York: Palgrave Macmillan.https://doi.org/10.1057/9781137015839
Wei, L. 2018. “Translanguaging as a Practical Theory of Language.” Applied Linguistics 39(1):9-30.



