Στις 28 Ιανουαρίου 2026, 17.30-21.00, πραγματοποιήθηκε η 1η Συνάντηση Ανοιχτού Τύπου – Καταιγισμός Ιδεών και Αναστοχασμός (1st Free Form Meeting – Brainstorming & Reflecting). Η συνάντηση αποτέλεσε έναν χώρο συλλογικού αναστοχασμού και ανταλλαγής ιδεών μεταξύ των ερευνητικών υπο-ομάδων του έργου Rhizo-Eduscapes, οι οποίες παρουσίασαν μέρος των ευρημάτων που προέκυψαν από τη βιβλιογραφική επισκόπηση, την ανάλυση εκπαιδευτικών υλικών, ψηφιακών ιστοριών, και θεσμικών κειμένων:
- Rhizo-Ομάδα 1: Ομάδα Μελέτης και Κριτικού Σχολιασμού Εκπαιδευτικού Υλικού για Πρόσφυγες/ισσες
- Rhizo-Ομάδα 2: Ομάδα Εθνομαθηματικών
- Rhizo-Ομάδα 3: Ομάδα Ερευνητικής Ηθικής & Θεσμικού Πλαισίου για Ασυνόδευτα Ανήλικα Παιδιά
- Rhizo-Ομάδα 4: Ομάδα Εκπαιδευτικών Γλωσσικών Πολιτικών
- Rhizo-Ομάδα 5: Ομάδα Ψηφιακής Αφήγησης
Στόχος της συνάντησης ήταν η παρουσίαση της προόδου των επιμέρους ομάδων, η κριτική συζήτηση γύρω σημαντικά θέματα που προέκυψαν από τις εργασίες των ομάδων και η διαμόρφωση κοινών κατευθύνσεων για τα επόμενα στάδια του έργου.
Στην υβριδική συνάντηση συμμετείχαν 22 μέλη της ερευνητικής ομάδας: 5 διά ζώσης στην Αίθουσα Γ1 (3ος όροφος, Γκλαβάνη 37, Βόλος, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας) και 17 εξ αποστάσεως μέσω Zoom. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης παρουσιάστηκαν έξι εισηγήσεις που εστίασαν σε ζητήματα γλωσσικής και μαθηματικής εκπαίδευσης προσφύγων/ισσών.
Η πρώτη παρουσίαση από τη Φανή Βαλαή και τον Γιώργο Κυριακόπουλο αφορούσε στις ριζωματικές προσεγγίσεις μάθησης, οι οποίες αντιμετωπίζουν τη γνώση ως ένα μη γραμμικό και δυναμικό δίκτυο, αναδεικνύοντας τη σημασία της πολυγλωσσίας, των εμπειριών των μαθητών/τριών και των κοινωνικών συμφραζομένων.
Στη δεύτερη παρουσίαση, ο μαθηματικός γραμματισμός προσεγγίστηκε από τη Rhizo-Oμάδα 2 από τις Ζαφείρα Μπαλαμπανίδου, τη Χαρούλα Σταθοπούλου και τη Βάσω Χρυσικού, ως κοινωνικοπολιτισμική πρακτική, με έμφαση στην ανάγκη για διδακτικές μεθόδους που αξιοποιούν τα γλωσσικά και πολιτισμικά ρεπερτόρια των μαθητών/τριών.
Η ανάλυση των εκπαιδευτικών πολιτικών στην Ελλάδα παρουσιάστηκε από τη Μαριάννα Κονδύλη και την Ελένη Καραντζόλα. Η παρουσίαση ανέδειξε ότι η ένταξη των μαθητών/τριών με προσφυγικό υπόβαθρο βασίζεται κυρίως στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, με περιορισμένη αναγνώριση της πολυγλωσσίας και εντάσεις μεταξύ συμπερίληψης και αφομοιωτικής προσαρμογής.
Αντίστοιχα, η τέταρτη παρουσίαση για τη χαρτογράφηση εκπαιδευτικών υλικών που αφορούν τη μαθηματική εκπαίδευση ανηλίκων προσφύγων/ισσών στην Ελλάδα έγινε από τις Βαρβάρα Στεφανίδου και Μάρθα Αρβανιτίδου. Συμπεραίνουν ότι τα υπό εξέταση εκπαιδευτικά υλικά, παρότι δίνουν έμφαση στην κατανόηση και τη συμμετοχή, αξιοποιούν την πολυτροπικότητα και συνδέονται με την καθημερινότητα, παρουσιάζουν παράλληλα περιορισμένη διαγλωσσικότητα, επιφανειακή πολιτισμική συμπερίληψη, χαμηλή προσαρμοστικότητα και έλλειψη ψηφιακής υποστήριξης.
Η χαρτογράφηση του νομοθετικού και θεσμικού πλαισίου για τη μαθηματική εκπαίδευση των ανήλικων προσφύγων-ισσών στην Ελλάδα πραγματώθηκε από τη Ζαφείρα Μπαλαμπανίδου και τη Βάσω Χρυσικού. Τα ευρήματα αναδεικνύουν ένα σημαντικό χάσμα μεταξύ της θεσμικής κατοχύρωσης της πρόσβασης στην εκπαίδευση και της ουσιαστικής εκπαιδευτικής ισότητας στην πράξη.
Τέλος, η έκτη παρουσίαση αφορούσε στην ψηφιακή αφήγηση για τα ζητήματα αναπαράστασης και εμπρόθετης δράσης, η οποία αναδείχθηκε από την Κατερίνα Μακρή ως ένα σύνθετο πεδίο που λειτουργεί ταυτόχρονα ως εκπαιδευτικό εργαλείο, ως μέσο ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και ως τρόπος ενίσχυσης της δημόσιας ορατότητας, θέτοντας ζητήματα αυτενέργειας, φωνής και ηθικής αναπαράστασης.

Η συζήτηση που ακολούθησε επικεντρώθηκε σε ζητήματα, όπως η χρήση της ορολογίας για τους/τις ασυνόδευτους/ες ανήλικους/ες, η προσβασιμότητα και αξιοποίηση των εκπαιδευτικών υλικών, ο ρόλος της ψηφιακής αφήγησης, καθώς και η σχέση μεταξύ γλωσσικού και μαθηματικού γραμματισμού. Παράλληλα, αναδείχθηκε η ανάγκη για μια πιο ολιστική και διαθεματική προσέγγιση της μάθησης (“across the curriculum”), η οποία να υπερβαίνει τον διαχωρισμό των γνωστικών αντικειμένων.
Μέσα από τον συλλογικό αναστοχασμό εντοπίστηκαν σημαντικές προκλήσεις, όπως ο περιορισμένος αριθμός διαθέσιμων εκπαιδευτικών υλικών, η δυσκολία πρόσβασης σε αυτά και οι καθυστερήσεις στη διανομή εκπαιδευτικών πόρων. Τα ευρήματα αυτά ανέδειξαν την ανάγκη για πιο συστηματική χαρτογράφηση των υπαρχόντων υλικών, τη δημιουργία προσβάσιμων και εφαρμόσιμων πόρων, καθώς και την ενίσχυση της σύνδεσης μεταξύ θεωρίας και εκπαιδευτικής πράξης.
Συνολικά, η συνάντηση λειτούργησε ως ένας κρίσιμος κόμβος ανταλλαγής γνώσης και διαμόρφωσης κοινών κατευθύνσεων, θέτοντας τις βάσεις για τη συνέχεια του έργου μέσα από μια πιο συνεκτική, συνεργατική και πρακτικά προσανατολισμένη προσέγγιση.





